XanthiPost
Χωρίς κατηγορία

Η ιστορία επαναλαμβάνεται;

Τα αδιέξοδα του 1935

Η πίεση των δανειστών
Η στάση του πολιτικού συστήματος

«Τα πολιτικά κόμματα επέμειναν στην εκλογική πελατεία»


Η ρήση πως η ιστορία επαναλαμβάνεται φαίνεται πως σήμερα ισχύει όσο ποτέ αφού τα όσα βιώνουμε ως χώρα παραπέμπουν στην περίοδο 1922-1935 που οδήγησαν στην άνοδο του Μεταξά. Ενδιαφέρον λοιπόν στη συγκεκριμένη συγκυρία έχει το βιβλίο του Πέτρου Χασάπη «Το τέλος των πρωθυπουργών» όπου στο πρώτο κεφάλαιο «Μια ιστορία που δεν διδάσκεται» αναγνωρίζουμε στοιχεία της σημερινής πολιτικής κατάστασης. Ας ρίξουμε λοιπόν μια ματιά στην ιστορία μας μέσα από τις σελίδες του.

Η περίοδος αυτή άρχισε με μια στρατιωτική εξέγερση -αποτέλεσμα της Μικρασιατικής Καταστροφής και του αδιεξόδου του κοινοβουλευτικού συστήματος- και αφού διάνυσε ένα χρονικό διάστημα με ποικίλες επαναστάσεις, τελείωσε με μια φασιστοειδή δικτατορία -αποτέλεσμα και πάλι του αδιεξόδου που έφερε η παρακμή του κοινοβουλευτισμού.
Η Μικρασιατική Καταστροφή φυσικά έδωσε τέλος και στην κυρίαρχη ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας. Και τα δύο αυτά γεγονότα δημιούργησαν ένα κενό, μια κρίση ταυτότητας. Τις μεθόδους και τις πρακτικές της παλιάς πολιτικής ολιγαρχίας ασπάστηκε πλήρως και η ηγετική ομάδα της βενιζελικής παράταξης. Έτσι, σχηματοποιείται μια παλαιοκομματική πολιτική ολιγαρχία με δύο κύριες πτέρυγες, ο ανταγωνισμός των οποίων από εδώ και στο εξής μοναδικό στόχο θα είχε τη με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο κατάκτηση της εξουσίας και των προνομίων της. Η εγκατάλειψη όμως της Μεγάλης Ιδέας στερούσε τη δυνατότητα αποπροσανατολισμού του λαού, απαραίτητη προϋπόθεση για τις ανάγκες του δικομματικού παιχνιδιού.
Στην περίοδο που εξετάζουμε δημιουργήθηκε μια εκρηκτική κοινωνική πραγματικότητα. Στη χώρα κατέφτασαν ενάμισι εκατομμύριο περίπου εξαθλιωμένοι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη και προστέθηκαν σε πέντε εκατομμύρια περίπου αυτόχθονες. Παράλληλα, σημειώθηκε περιορισμός στο εσωτερικό της χώρας του εμπορομεσιτικού κεφαλαίου, αλλά και εισροή κεφαλαίων λόγω δανείων από το εξωτερικό. Έτσι, βρέθηκαν μαζί σε περιορισμένο χώρο η εργασία και το κεφάλαιο, δηλαδή οι δύο εκείνοι βασικοί γενεσιουργοί παράγοντες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Όπως ήταν επόμενο, μετά το 1922 παρατηρείται στη χώρα για πρώτη φορά σοβαρή ανάπτυξη καπιταλισμού και εμφάνιση στοιχείων αστικής τάξης.
Η εμφάνιση έντονων αστικών στοιχείων αλλά και η ταυτόχρονη εμφάνιση οργανωμένου εργατικού κινήματος φόβισαν τις δύο κύριες πτέρυγες της πολιτικής ολιγαρχίας. Η έντονη κοινωνική κινητικότητα δημιουργούσε κίνδυνο για την αυτονομία του πολιτικού στοιχείου. Έτσι, η πολιτική ολιγαρχία δε βοήθησε όσο θα έπρεπε την οικονομική ανάπτυξη. Μια γενναία ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης την εποχή εκείνη θα είχε αποτέλεσμα να έχουμε σήμερα μια χώρα σαφώς αναπτυγμένη και οικονομικά ανεξάρτητη. Δυστυχώς, όμως, οι δύο πτέρυγες της πολιτικής ολιγαρχίας αρνήθηκαν να ασχοληθούν σε βάθος με τη νέα κοινωνική πραγματικότητα και να εμπλέξουν τα καυτά κοινωνικά προβλήματα στην πολιτική τους διαμάχη. Προτίμησαν να διατηρήσουν την αυτονομία τους για μια ακόμη φορά.
Επειδή τα κοινωνικά προβλήματα ήταν έντονα και πιεστικά, το δευτερεύον για την εποχή εκείνη ζήτημα της μορφής του πολιτεύματος, δηλαδή βασιλευομένη ή αβασίλευτη δημοκρατία, δεν «πωλούσε» και δεν μπορούσε να αναχθεί σε κυρίαρχη ιδεολογία, παρά τις εναγώνιες προσπάθειες της πολιτικής ολιγαρχίας. Η επιβίωση όμως και η αυτονομία του παλαιοκομματικού πολιτικού κατεστημένου, στους στόχους και τις πρακτικές του οποίου, όπως είδαμε, προσχώρησε πλήρως η ηγεσία της βενιζελικής παράταξης, προϋπέθεταν τον αποπροσανατολισμό του λαού από τα καθημερινά του προβλήματα. Αυτός ο αποπροσανατολισμός, τελικώς, επιτεύχθηκε με την επιλογή της διατήρησης του έντονου διχαστικού κλίματος μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών, που ακολουθούσε το ασθενές ζήτημα της μορφής του πολιτεύματος. Σχετικό με το κλίμα αυτό είναι και το γεγονός πως από το 1923 έως το 1935 έγιναν επτά βουλευτικές εκλογικές αναμετρήσεις, με συνεχείς αλλαγές του εκλογικού συστήματος τις παραμονές των εκλογών, μία εκλογή για Γερουσία και δύο δημοψηφίσματα.
Η πολιτική ολιγαρχία με την καλλιέργεια ενσυνείδητα του έντονου διχαστικού κλίματος κατάφερε να δημιουργήσει στο λαό ομαδικά ψυχολογικά συμπλέγματα και να χωρίσει την κοινωνία σε δύο θανάσιμα αντιμαχόμενα στρατόπεδα, που δεν είχαν καμία σχέση με πραγματικά κοινωνικά συμφέροντα. Όταν όμως στις 7-11-1926 έγιναν εκλογές με απλή αναλογική (το Κομμουνιστικό Κόμμα για πρώτη φορά εξέλεξε δέκα βουλευτές), οι δύο πτέρυγες της πολιτικής ολιγαρχίας, προκειμένου να μην υπάρξει ακυβερνησία, που θα δημιουργούσε προβλήματα στο πολιτικό κατεστημένο, συνεργάστηκαν και σχημάτισαν «οικουμενική» κυβέρνηση υπό την προεδρία του εξωκοινοβουλευτικού Αλ. Ζαΐμη.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα αρνήθηκε να συνεργήσει στην τεχνική της αντιπαράθεσης των δύο πτερύγων της πολιτικής ολιγαρχίας. Προτίμησε να ασχοληθεί με τα πραγματικά προβλήματα του εργαζόμενου λαού, εκφράζοντας τις επιδιώξεις ενός μαχητικού εργατικού κινήματος, που τότε έκανε την πρώτη αυτόνομη εμφάνιση του στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Όμως, η κοινωνική αφύπνιση, οι διαφαινόμενες κοινωνικές δυναμικές και η αναπόφευκτη πλέον εμπλοκή με τα κοινωνικά προβλήματα θα κατέστρεφαν τα σχέδια της πολιτικής ολιγαρχίας, γι’ αυτό και το κομμουνιστικό κίνημα χτυπήθηκε σφοδρότατα, χωρίς διάκρίση, και από τους βενιζελικούς και από τους αντιβενιζελικούς.
Δεν πρέπει στο σημείο αυτό να διαφύγει την προσοχή μας ένα επιπρόσθετο στοιχείο. Συγκεκριμένα, στις 2 Ιουνίου 1927 ψηφίστηκε νέο Σύνταγμα, που καθιέρωνε, εκτός από τον κοινοβουλευτισμό (που αυτή τη φορά καθιερώθηκε και τυπικά), και το θεσμό του αιρετού Ανώτατου Άρχοντα (του Προέδρου της Δημοκρατίας). Δηλαδή, κάτι παρόμοιο με το ισχύον σήμερα Σύνταγμα. Αυτές όμως οι θεσμικές παρεμβάσεις δε στάθηκαν ικανές να εξαλείψουν τις εγγενείς αδυναμίες του κοινοβουλευτικού συστήματος, οι οποίες, τελικώς, οδήγησαν στον εκφυλισμό του Συντάγματος το 1927, στην επάνοδο του θεσμού της μοναρχίας το 1935 και στη μετέπειτα δικτατορία του Ι. Μεταξά.
Με δέσμια την ελληνική κοινωνία, τη στιγμή μάλιστα που προσπαθούσε να δημιουργήσει ισχυρές κοινωνικές ανακατατάξεις και κοινωνικούς σχηματισμούς, η χώρα πορεύθηκε μέσα από κρίση και μέσα από κινήματα και πραξικοπήματα. Η πολιτική πρακτική, αντί να ευθυγραμμιστεί με τις κοινωνικές εξελίξεις, εννοούσε να επιμένει να εντάσσει τις μάζες στην πολιτική μέσα από τα δίκτυα πατρωνείας και εκλογικής πελατείας.
Παράλληλα, οι εκκαθαρίσεις που έγιναν στην κρατική μηχανή το 1935, ήταν επιλεγμένα τόσο βαθιές και τόσο ποιοτικά διαφορετικές από άλλες προηγούμενες, που είχαν αποτέλεσμα ο κρατικός μηχανισμός να αποκοπεί από την κοινωνία και τις αντιθέσεις της. Με αυτόν τον τρόπο αυτονομήθηκε και ο κρατικός μηχανισμός από το κοινωνικό σώμα και έγινε έτσι ένα εύχρηστο εργαλείο στα χέρια της αυτόνομης πολιτικής ολιγαρχίας.
Τα μεγάλα δάνεια που έφτασαν από το εξωτερικό, αντί να χρησιμοποιηθούν παραγωγικά, χορηγήθηκαν σε ημέτερους «εμπορομεσίτες», με ταυτόχρονη παραχώρηση «ειδικής προστασίας», χωρίς φυσικά ποτέ να εξοφληθούν. Τα δάνεια αυτά έσπρωξαν τη χώρα στην εξάρτηση και την υποτέλεια. Οι πτέρυγες της πολιτικής ολιγαρχίας, όχι μόνο ανέχονταν αυτή την εξάρτηση και την υποτέλεια, αλλά επιπλέον συναγωνίζονταν και μεταξύ τους για το ποια πολιτική φατρία εκφράζει καλύτερα τα ξένα συμφέροντα στην Ελλάδα. Τέτοιο ήταν το αδιέξοδο στο οποίο είχε οδηγήσει το υπεύθυνο κοινοβουλευτικό σύστημα, που η ίδια η Βουλή, με συντριπτική πλειοψηφία και με συμφωνία και των δύο τότε βασικών πτερύγων της πολιτικής ολιγαρχίας, βενιζελικών και αντιβενιζελικών, παρέδωσε την εξουσία στον Ιωάννη Μεταξά.
Δυστυχώς και σήμερα η κρίση είναι βαθιά, είναι κρίση θεσμών, κρίση πολιτικοκοινωνική. Η χώρα μας, για μια ακόμη φορά έφτασε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και όχι μόνο στον οικονομικό τομέα. Αν δεν αφυπνιστούμε πολιτικά τότε τίποτε δεν αποκλείει την επανάληψη της ιστορίας η οποία μπορεί να μην έχει ακριβώς την ίδια μορφή αλλά δυστυχώς θα οδηγήσει σε άλλες μορφές ανελευθερίας που ήδη βιώνουμε κάτω από την πίεση των δανειστών μας και την ανάπτυξη ανεξέλεγκτων πρακτικών βίας που εκφράζονται μέσα από τους προπηλακισμούς και την «επικήρυξη» βουλευτών.

Απάντηση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Αρέσει σε %d bloggers: