Νωρίς το πρωί της Δευτέρας, μία κάτοικος του Νεοχωρίου Ξάνθης ξεκίνησε για μια ήσυχη βόλτα στο χωριό. Με τον ήλιο να αρχίζει μόλις να φωτίζει τα δρομάκια και τα κεραμίδια, διέσχισε το γνώριμο μονοπάτι δίπλα από τις γραμμές του τρένου – ένα πέρασμα που, όπως λέει, έχει διαβεί χιλιάδες φορές.

Η βόλτα την οδήγησε στον κάτω μαχαλά, κατηφορίζοντας από το στενό του Πλιτσίδη. Εκεί, το βλέμμα του σταμάτησε στο παλιό μπακάλικο του Σαϊτόπουλου – ένα κατάστημα που στέκει ακόμη, έστω σιωπηλό, σαν μάρτυρας περασμένων δεκαετιών.
Στο σημείο αυτό, η μνήμη “άνοιξε” δρόμο. Δυο μνήμες , δυο γεύσεις ξύπνησαν δυνατά συναισθήματα. Τα μπισκότα ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, που τότε φυλάσσονταν σε τσίγκινα κουτιά και σερβίρονταν προσεκτικά, κομμάτι-κομμάτι, από τον μπακάλη, και ο χαλβάς – όχι οποιοσδήποτε, αλλά ο χαλβάς του Σταματιάδη από την Ξάνθη, φτιαγμένος από σησάμι, με γεύση που έμοιαζε με παιδική γιορτή.
Για τα παιδιά εκείνης της εποχής, αυτά τα προϊόντα ήταν σχεδόν… πολυτέλεια. Δεν τα είχαν κάθε μέρα, κι ίσως γι’ αυτό άφησαν τέτοιο αποτύπωμα στην ψυχή. Όπως σημειώνει η ίδια , ακόμη και σήμερα συνεχίζει να τα αγοράζει, όχι τόσο από ανάγκη, όσο από μια εσωτερική επιθυμία να ξαναβρεί λίγη από εκείνη τη χαρά των παιδικών του χρόνων.

Μερικές φορές, μια απλή πρωινή βόλτα στο χωριό αρκεί για να μας γυρίσει πίσω σε γεύσεις, πρόσωπα και στιγμές που δεν ξεχνιούνται.
Αυτή η βόλτα δεν ήταν απλώς μια διαδρομή στα στενά του χωριού… ήταν ένα ταξίδι στις γεύσεις, τις μυρωδιές και τα χρώματα μιας εποχής που –αν και μακρινή– παραμένει ζωντανή στην καρδιά όσων τη βίωσαν.
Το Νεοχώρι Ξάνθης, όπως και πολλοί άλλοι πανέμορφοι οικισμοί στην περιοχή, κρύβει τέτοιες αναμνήσεις στις σκιές των παλιών του μαγαζιών και στις μυρωδιές των εποχών που πέρασαν αλλά δεν έσβησαν ποτέ.

Από Ομάδα «ΝΕΟΧΩΡΙ ΞΑΝΘΗΣ» – Katerina Dragoutsi
