Ήταν η εποχή που κάθε σπίτι είχε τη δική του «συρόμενη πόρτα» – Ξύλινη με αδιαφανές τζάμι, συχνά με διακοσμητικά επάνω στα τζάμια, χώριζε τον καθημερινό χώρο από το… «καλό» σαλόνι.
Ένα δωμάτιο σχεδόν μυστικό, πάντα πεντακάθαρο και προσεγμένο, με πλεκτά τραπεζομάντηλα, πετσετάκια πάνω στις πολυθρόνες και πορσελάνινες φιγούρες στις βιτρίνες. Το σαλόνι έμενε σχεδόν πάντα σφραγισμένο. Η πόρτα άνοιγε μόνο σε ειδικές περιστάσεις: Χριστούγεννα, Πάσχα, γιορτές ή όταν έρχονταν επισκέπτες.
Θυμάμαι κοιτούσαμε με δέος τον χώρο, σαν να μπαίναμε σε ένα «δωμάτιο-μουσείο» που δεν μας ανήκε πραγματικά.
Η συρόμενη πόρτα είναι πλέον σύμβολο μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής όπου το «καλό σαλόνι» αντιπροσώπευε κύρος, σεβασμό και φιλοξενία. Ήταν το καμάρι του σπιτιού και ταυτόχρονα ένας χώρος που έμενε ανέγγιχτος, σαν να διαφυλασσόταν για κάτι ιερό.
Σήμερα, τα σπίτια έχουν αλλάξει μορφή και λειτουργία, όμως όσοι μεγάλωσαν τη δεκαετία του ’70 και του ’80 θυμούνται με νοσταλγία το χαρακτηριστικό «κλικ» της πόρτας που άνοιγε μόνο όταν η περίσταση το απαιτούσε.
Ήταν μια απλή κίνηση που σήμαινε κάτι ξεχωριστό: γιορτή, χαρά, οικογενειακή θαλπωρή.

