Ο Βουλευτής Ξάνθης και Τομεάρχης Αγροτικών έθεσε ζήτημα επισιτιστικής ασφάλειας, ασκώντας δριμεία κριτική για την αποδυνάμωση του ΟΠΕΚΕΠΕ και την έλλειψη εθνικού σχεδίου ενόψει της περιόδου 2028-2034.
Ήχουν τα «καμπανάκια» για το μέλλον του πρωτογενούς τομέα στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα όσα επεσήμανε ο Βουλευτής Ξάνθης και Τομεάρχης Αγροτικών, Χουσεΐν Ζεϊμπέκ, κατά την τοποθέτησή του στη διακομματική επιτροπή της Βουλής. Αντικείμενο της συζήτησης αποτέλεσε η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της περιόδου 2028-2034, με τον κ. Ζεϊμπέκ να περιγράφει ένα ζοφερό τοπίο πολλαπλών κρίσεων για την ελληνική γεωργία.
Δραματική μείωση πόρων και «εθνικοποίηση» της ΚΑΠ
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Βουλευτής, η πρόταση για τη νέα ΚΑΠ χαρακτηρίζεται από μειωμένη χρηματοδότηση, ως απόρροια της αποτυχίας της τρέχουσας πολιτικής τόσο στο κομμάτι της πράσινης μετάβασης όσο και στη στήριξη του γεωργικού εισοδήματος.
Για τη χώρα μας, προβλέπεται η διάθεση οριοθετημένων πόρων ύψους 14,6 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές, εντός ενός ενιαίου πυλώνα. Στον πυλώνα αυτό συνενώνονται οι άμεσες ενισχύσεις, τα περισσότερα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης και οι τομεακές παρεμβάσεις. Όπως εξήγησε, αυτό μεταφράζεται στην πράξη σε μείωση πόρων που αγγίζει το 25% σε σύγκριση με τον προϋπολογισμό των 19,3 δισ. ευρώ της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου.
Ο κ. Ζεϊμπέκ υπογράμμισε πως η μερική «εθνικοποίηση» της αγροτικής πολιτικής λειτουργεί εις βάρος χωρών με δημοσιονομικά προβλήματα, τονίζοντας πως η Ελλάδα οφείλει να διεκδικήσει:
- Την αύξηση των ευρωπαϊκών πόρων της ΚΑΠ.
- Τη διατήρηση των δύο διακριτών πυλώνων χρηματοδότησης.
- Σε διαφορετική περίπτωση, προειδοποίησε πως η χώρα θα χρειαστεί να συνεισφέρει επιπλέον πόρους, της τάξης των 500 εκατ. ευρώ ετησίως, από τον εθνικό προϋπολογισμό για να διατηρηθεί το σημερινό επίπεδο ενισχύσεων.

Συμπληγάδες: Διεθνείς κρίσεις και εγχώρια σκάνδαλα
Το πρόβλημα της χρηματοδότησης επιτείνεται από ένα διεθνές περιβάλλον αστάθειας. Ο αγροδιατροφικός τομέας βάλλεται αθροιστικά από τις συνέπειες της συμφωνίας Ε.Ε. – Mercosur, τον κίνδυνο της αποκαλούμενης «αντίστροφης διεύρυνσης» με ενδεχόμενη ένταξη της Ουκρανίας χωρίς την εκπλήρωση των απαραίτητων κριτηρίων, αλλά και από τις γεωπολιτικές συγκρούσεις, όπως ο πόλεμος στο Ιράν.
Στο εσωτερικό μέτωπο, ο Τομεάρχης Αγροτικών εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση για τη διοικητική εικόνα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Έκανε ειδική μνεία στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, την εμπλοκή «γαλάζιων» αγροτοσυνδικαλιστών, την αποκοπή του Οργανισμού από το ΥΠΑΑΤ και τις συνεχείς εξωτερικές αναθέσεις. «Η ιδιωτικοποίηση ή παραπομπή σε εξωτερικούς συνεργάτες των δημόσιων πολιτικών απαξιώνει τα στελέχη και διασπαθίζει τους κοινοτικούς πόρους», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας πως η έλλειψη προετοιμασίας ενός εθνικού σχεδίου καθιστά δυσοίωνη τη διαπραγμάτευση για το 2027.
Η γεωργία στον πυρήνα της Εθνικής Ασφάλειας
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο κ. Ζεϊμπέκ ανήγαγε τη γεωργία και την αγροδιατροφή σε κορυφαίο ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Πρότεινε μια ολιστική προσέγγιση απέναντι στον υπαρκτό κίνδυνο ερημοποίησης της υπαίθρου, με στόχο μια ολοκληρωμένη στρατηγική επισιτιστικής αυτονομίας.
Το νέο παραγωγικό μοντέλο που απαιτείται θα πρέπει να περιλαμβάνει:
- Εντατικοποίηση της παραγωγής με έμφαση στα προϊόντα ποιότητας, ταυτότητας και την οργανική γεωργία.
- Δημιουργία βραχειών αλυσίδων αξίας με χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
- Μείωση της εξάρτησης της χώρας από εισαγόμενες εισροές ενέργειας και εφοδίων.
- Ανάπτυξη αγροσυνεργειών και διασυνδέσεων με τη γαστρονομία και τον τουρισμό.
«Οι πολίτες έχουν δικαίωμα στην ποιοτική διατροφή, με λογικές τιμές», κατέληξε, ζητώντας παράλληλα μείωση της σπατάλης και των απωλειών τροφίμων μέσα από την υιοθέτηση ενός πραγματικά βιώσιμου παραγωγικού μοντέλου.

